ἑκαστάκις
ἑκαστάκις, each
ἑκαστ-άκις, Adv., (ἕκαστος)
- each or every time, IG 9(I).694.8 (Corc.); οἱ ἑκαστάκις ἐόντες ἄρχοντες, = οἱ ἀεὶ ἄ., ib. 22: ἑκαστάκι GDI 3051 (Chalcedon).
adv. cada vez, en cada ocasión
τοῖς ἑ]καστάκις προβούλοις καὶ προδίκοι[ς
τοὺς θεωροὺς τοὺς ἑ. παραγινομένους
οἱ ἑ. ἐόντες ἄρχοντες
ἑκαστάκις, jedesmal, Inscr.