ἕκαστος
ἕκαστος, ἕκαστος, ἑκάστη, ἕκαστον, each (of many); (pl.) each (of several groups), all (considered singly)
- each, opp. the whole body, Il. 2.805, etc.: sg. with pl. Verb, ἔβαν οἶκόνδε ἕκαστος they went home each to his own house, 1.606; δεδμήμεσθα ἕκαστος 5.878, cf. Hdt. 3.158; so in Att., Ar. Pl. 785, Pl. Prt. 327e, etc.; ὅτι ἕκαστος ἐπίστασθε ἀγαθόν X. Smp. 3.3: sg. in apposition with pl. Noun or Pron., which expresses the whole, Τρῶας δὲ τρόμος αἰνὸς ὑπήλυθε γυῖα ἕκαστον Il. 7.215; ὔμμι..ἑκάστῳ 15.109; αἱ δὲ γυναῖκες..θαύμαζον..ἑκάστη 18.496, etc.; Περσίδες δʼ.. ἑκάστα..λείπεται A. Pers. 135 (lyr.); αἱ ἄλλαι πᾶσαι [τέχναι] τὸ αὑτῆς ἑκάστη ἔργον ἐργάζεται Pl. R. 346d, cf. Grg. 503e; ὅστις ἕκαστος every one which.. (nisi leg. ὥς τις), Hes. Th. 459.
- 2 the Art. is sts. added to the Subst. (so regularly in earlier Att. Inscrr., IG 1(2).22.14, al., exc. ἑκάστου μηνός ib. 6.125) with which ἕκαστος agrees, in which case ἕκαστος is commonly put first, καθʼ ἑ. τὴν ἡμέραν every single day, Isoc. 12.211, etc.; περὶ ἑ. τῆς τέχνης Pl. Phdr. 274e: also following the Subst., κατὰ τὸν οξπλίτην ἕκαστον Th. 5.49; κατὰ τὴν ἡμέραν ἑκάστην Id. 6.63, al.
- II in pl., all and each severally, Il. 1.550, al., A. Supp. 932, etc.; οἷστισιν ἑκάστοις to whichsoever severally, Pl. Lg. 799a.
- 2 each of two or more groups or parties, Od. 9.164, Hdt. 1.169, A. Pr. 491, Th. 6.77, etc.
- III strengthd. by the addition of other Prons., εἷς ἕ. (v. εἷς); εἷς τις ἕ. S. Ant. 262; ἕκαστός τις each one, Pi. N. 4.92, Th. 3.45, etc.; ταῦτα ἕκαστα Hdt. 5.13, etc.; αὔθʼ ἕκαστα all in exact detail, A. Pr. 950.
- 2 with Preps., esp. κατά, καθʼ ἕκαστον singly, by itself, Pl. Tht. 188a, al.; καθʼ ἕ. καὶ σύμπαντα Id. Sph. 259b; τὸ καθʼ ἕ., τὰ καθʼ ἕκαστα, particulars, Arist. Ph. 189a6, EN 1143b4, al.; παρʼ ἕκαστον, παρʼ ἕκαστα, in every case, Plb. 4.82.5, 3.57.4, etc.; παρʼ ἕκαστον καὶ ἔργον καὶ λόγον διδάσκοντες Pl. Prt. 325d; παρʼ ἕκαστον λέγων constantly interjecting, Men. Epit. 48.
- 3 ὡς ἕκαστοι each by himself, Hdt. 6.79, Th. 1.15, etc.: in sg., τῶν δὲ ὡς ἑκάστῳ θύειν θέλει Hdt. 1.132, cf. Pi. P. 9.98; οὐχ ὡς ἕ. ἀλλὰ πάντες Arist. Pol. 1292a12, cf. 1283b34.
- IV later, = ἑκάτερος, D.H. 3.2 codd. (ϝέκαστος Leg.Gort. 1.9, al., Schwyzer 409.4 (Elis), IG 9(1).334.9 (Locris). Apptly. connected with ἑκάς by Dam. Pr. 423.)
A adj.
I sg. cada
a) gener.
ἕ. ἀνήρ
παρὰ τ μύστ hεκάστ
χρῆμ' ἕκαστον
μέρος
ἔργον
μόρφωμα
ἀδίκημα
ῥῆμα
ἀποτυχίη
περὶ ἑκάστης τῆς τέχνης
ἐκ τς φύλς hεκάστς
ἐξ ἑκάστης τῆς πολιτείας ἐξειλεγμένος τὸ βέλτιστον
τὸ πρόβατον Ϝέκαστον τὸ μέζον
por cada cabeza de ganado mayorχώρα
ναῦς
βιβλίον
δένδρον
b) de unidades temporales
ἔτος
τᾶς ἁμέρας Ϝεκάστας
τριάκονθ' ἡμέρας τοῦ μηνὸς ἑκάστου
διδόντων ἑκάστῳ ἀνδρί ... ἑκάστας ἁμέρας ἐννέ' ὀβολούς
c) frec. c. prep. κατά:
κατὰ κώμας ἑκάστας
en cada aldeaκατὰ τὸν ὁπλίτην ἕκαστον
(dos minas de multa) por cada hoplitaκαθ' ἑκάστην ἀναγνώσεται
será leída (cada liturgia) una por unaκαθ' ἑκάστην δὲ πολιτείαν ἕτερος
(es ciudadano) uno u otro según cada constituciónκαθ' ἑκάστην δὲ σχημάτισιν
• usos temp.
κατὰ τὴν ἡμέραν ἑκάστην
cada día, de día en díaκατὰ ἔτος ἕκαστον
καθ' ἕκαστον ἐνιαυτόν
καθ' ἑκάστην ἡμέραν
κατὰ μῆνα ἕκαστον
II en plu.
1 cada, cada uno de, todos y cada uno
a) gener.
σχίζων τοὺς λόγους χωρὶς ἑκάστους
fragmentando separadamente cada uno de los pensamientos e.d., haciendo discernible la realidad por medio del númeroοἱ δὲ ἐν τῇσι πόλισι ἕκαστοι
todos y cada uno de los que viven en las ciudades
• esp. de neutr.
ἡμεῖς δ' ὅπλα ἕκαστα πονησάμενοι κατὰ νῆα
nosotros disponiendo todos los diferentes aparejos por la nave
• de abstr.
οἱ παρόντες τοῖς ἔργοις ἑκάστοις
los que estuvieron presentes en cada suceso
b) neutr. plu. c. pron. cosa por cosa, detalladamente ref. contenidos lingüísticos
μή τι σὺ ταῦτα ἕκαστα διείρεο
ταῦτα ἕκαστα λέγων
contando todo eso detalladamenteοὐδεὶς ... ταῦτα λέγων ἀνύσειεν ἕκαστα ὅσσ' ...
οἷστισιν ἑκάστοις
αὔθ' ἕκαστα
αὔθ' ἕ.
2 de pers. representando a colect. cada grupo, cada grupo de, cada uno ... su
φυλακτῆρες δὲ ἕκαστοι λεξάσθων παρὰ τάφρον
que cada destacamento de guardia pase la noche junto a la trincheraλαοὶ ἐπὶ νῆας ἕκαστοι σκίδναντο
las huestes se fueron cada una a su barco
III neutr. subst. τὸ ἕ. otro n. de la tríada o del número tres, Theol.Ar.14.
B pron.
I
1 masc. o fem., de pers. cada uno
a) en gener.
κεινὴν ... δόξαν ἕ. ἔχει
cada uno tiene una vana ilusiónἕ. ἀλώπεκος ἴχνεσι βαίνει
δημόσιον κακὸν ἔρχεται οἴκαδ' ἑκάστῳ
τεύχη καὶ σποδὸς εἰς ἑκάστου δόμους ἀφικνεῖται
llegan a casa de cada uno urnas (funerarias) y cenizaτὴν ἣν δ' ἕ. αἰνέσει
cada uno alabará a su mujerὀργὴν συμμίσγων ἥντιν' ἕ. ἔχει
οἶσθα νόον καὶ θυμὸν ἑκάστου
Λυδοῖσι ... προεῖπε θύειν πάντα τινὰ αὐτῶν ὅ τι ἔχοι ἕ.
ζῆν ἕκαστον κατ' ἰδίην ἐξουσίην
hόπο Ϝέκαστος ν
ἐπιρυσμίη ἑκάστοισιν ἡ δόξις
cada uno de ellos (los hombres) tiene una opinión accidentalἀπείργει δὲ ἱερὰ ἑκάστοισι ἐπιχώρια καὶ σπονδαὶ καὶ ὅρκοι
κατ' ἄνδρ' ἑκάστη κοὐχ ὁμοῦ λελόγχατε
δεξιὰν προύτειν' ἑκάστῳ
ὄνομα ἑκάστου
βιβλίον τ' ἔχων ἕ.
ἔρδοι τις ἣν ἕ. εἰδείη τέχνην
ἡ παρ' ἑκάστου βούλησις
ἕ. κατὰ γλῶσσαν ἐν ταῖς φυλαῖς αὐτῶν
b) c. prep. καθ' ἕκαστον uno por uno, uno a uno
ὃς ἂν ἁρμόττῃ καθ' ἕκαστον
ἀντιτιθῶμεν πρὸς ἕκαστον
τὰ δὲ ἄλλα καθ' ἕκαστον γράψω
las demás (enfermedades) las describiré una por una
• en usos temp.
καθ' ἑκάστην
cada díaἐφ' ἑκάστης
cada día
c) reforz. c. otros pron. o numerales
τις ἕ.
αὐτὸς ἕ. ἐθέλων
estando dispuesto cada uno de por síαὐτὸ ἕκαστον διανοηθῆναι
αὐτοὶ ἕκαστοι ἐπολιτεύοντο
cada uno llevaba su particular políticaεἷς ἕ.
εἷς γάρ τις ἦν ἕ. οὑξειργασμένος
κατὰ μίαν ἑκάστην
καθ' ἓν ἕκαστον
uno por uno
• reforz. c. ἀνά adv. distrib.
ἀνὰ εἷς ἕ. τῶν πυλώνων
cada una de las puertas
d) c. gen. partit.
ἑκάστη ταύτης τῆς ἰκμάδος
cada uno de estos humoresζέκα μναίς κα ἀποτίνοι Ϝέκαστος τν μπιποεοντν
πάρεστι γὰρ ἐλπὶς ἑκάστῳ ἀνδρῶν
ἕ. τῶν ἀδικεόντων
τῶνδ' ἕ.
τὸν δὲ ὄντα ἡμῶν ἕκαστον ὄντως
el que cada uno de nosotros es en realidadἐφ' ἑκάστας τῶν πράξεων
ἕ. ὑμῶν
τῶν πολιτειῶν ἑκάστη
e) c. ὡς cada uno de por sí, cada uno individualmente Pi.P.9.98, A.A.333,
ὣς γὰρ ἕ. ἔχει κρᾶσιν μελέων
ὡς ἑκάστους ἐκκαλεύμενος
κατ' ἀλλήλους ... ὡς ἕκαστοι
τῶν δὲ ὡς ἑκάστῳ θύειν θέλει
οὐχ ὡς ἕ. ἀλλὰ πάντες
οὐχ ὡς καθ' ἕκαστον ἀλλ' ὡς ἀθρόους
(las masas consideradas) no individualmente sino en su conjunto
2 en neutr.:
a) de abstr. o cosas en gener. cada cosa
οὐ δ' ἐφ' ἑκάστῳ ... γίγνεται ὀξύχολος
no se irrita (Zeus) ante cada cosa (delito)ὅπως ἕκαστον ἐκτελευτήσει θεός
ἕπεται ἐν ἑκάστῳ μέτρον
ἐφ' ἕκαστα ἐλθεῖν
acudir en cualquier ocasiónτὸν ἑκάσ[το]υ φρο[υρῶν και]ρόν
cuidando la ocasión de cada cosa
• como unidad de contenido lingüístico
ἡμεῖς μὲν τὰ ἕκαστα διείπομεν
ἀπαγγέλ<λ>ειν ... ἕκαστα
ἕ. ἐκμαθεῖν θέλων
ἕκαστα χρὴ λέγειν
ἕκαστα μαθών
ἕκαστα πυνθάνου
περὶ ἑκάστου ἐπεξελθών
investigando acerca de cada uno de los discursosτὰ ἕκαστα εἴποι ναῶν
• frec. acompañado de ciertas prep., παρά:
παρ' ἕκαστον
en cada casoπαρ' ἕκαστα
continuamente, a cada momentoπαρ' ἕκαστα ἐβιάσατό με
παρ' ἕκαστον
παρ' ἕκαστον λέγων
interviniendo a cada momento, constantemente
• c. κατά:
οὐκοῦν τόδε γ' ἔσθ' ἡμῖν περὶ πάντα καὶ καθ' ἕκαστον ...;
b) en fil. cada cosa, cada objeto individual o particular
οἷά ἐντι, περὶ ἑκάστων φρονέειν
κατὰ φύσιν διαιρέων ἕκαστον
πάρα δ' ἦθος ἑκάστῳ
cada uno (de los elementos) tiene su propio carácterδίχ' ἕκαστα φορεύμενα Νείκεος ἔχθει
ἑκατέρω δὲ τῶ εἴδεος πολλαὶ μορφαί, ἃς ἕκαστον αὐταυτὸ σημαίνει
πρὸς ἑαυτοῦ δὲ ἕκαστό ἐστι μέγα καὶ σμικρόν
en relación a sí misma cada cosa es grande y pequeñaἀνάγκη ἕκαστον μέγεθός τι ἔχειν
εἰ ἕκαστον μικρόν, καὶ πάντα
si cada parte es pequeña, también el todo como ej. de λόγος σοφιστικός (sorites)
• esp. c. prep. κατά:
ἀριθμεῖν καθ' ἕκαστον
καθ' ἕκαστον γὰρ ἰατρεύει
pues el médico cura a cada individuo en particular
• en giros c. prep. subst. τὸ καθ' ἕκαστον, τὰ καθ' ἕκαστα lo particular Arist.Int.17a40,
τὸ καθ' ἕκαστον καὶ αἰσθητόν
ἀπὸ τῶν καθ' ἕκαστα τὸ καθόλου λαμβάνεται
τά καθ' ἕκαστα καὶ τὰ κοινῇ συμβαίνοντα
los casos particulares y lo que ocurre en general
• para marcar lo discreto frente a lo no discreto
ἐν πολλῷ πλέθει ὕδατος
(el mar) op. ἐν ἑκάστῳ
(río)
II usos especiales del número
1 sg. c. verb. en plu. cada uno, todos
ἔβαν οἶκόνδε ἕ.
δεδμήμεσθα ἕ.
φυᾷ ἕ. διαφέρομεν
οἳ δὲ ... ἔμενον ἐν τῇ ἑωυτοῦ τάξι ἔ.
χωρεῖτε ... ἕ.
νύττουσι γὰρ ... ἐνδεικνύμενος ἕ. εὔνοιάν τινα
πόλιν ἕξοντες ἕ. ἐλευθέραν
εὐθυνέσθν μυρίαισι δρ[αχμισ]ιν ἕ.
sean multados cada uno con mil dracmasὅ τι ἕ. ἐπίστασθε ἀγαθόν
παρεγένοντο ἕ. ἐκ τῆς ἰδίας χώρας
τρεῖς ... κεφαλαὶ ἦσαν ἐξ οἰκείας ἑκάστη δέρης
(tenía) tres cabezas, cada una con su propio cuelloαἱ τρεῖς ... δύο γράμματ' ἔχουσιν ἑκάστη
2 sg. concert. c. subst. o pron. plu. cada uno de, todos
Τρῶας δὲ τρόμος αἰνὸς ὑπήλυθε γυῖα ἕκαστον
a cada troyano un atroz temblor le invadió las piernasὕμμι ... ἑκάστῳ
αἱ δὲ γυναῖκες ... θαύμαζον ... ἑκάστη
Περσίδες δ' ... ἑκάστα ... λείπεται μονόζυξ
ὑμᾶς ... ἕκαστον
αἱ ἄλλαι πᾶσαι (τέχναι) ... τὸ αὑτῆς ἑκάστη ἔργον ἐργάζεται
3 plu. ref. grupos cada uno de ellos, cada grupo (conjunto, bando, etc.), los de uno y otro
καὶ δίαιταν ἥντινα ἔχουσ' ἕκαστοι
τὰ ἕκαστοι ἐξεργάσαντο
lo que realizó cada grupo (artesanos, mercaderes y prostitutas)νεμόμενοί τε τὰ ἑαυτῶν ἕκαστοι ὅσον ἀποζῆν
administrando cada uno (de los pueblos) de lo suyo lo suficiente para sobrevivirκαταλίπετε ἕκαστοι τάξιν ἱππέων
cada uno (de los ejércitos aliados) dejad una división de caballería
• c. gen.
ἐν μέρεϊ ἑκάστοισι Ἰώνων τε καὶ Αἰολέων
•Quizá refección a partir del gen. ἑκάστου < ἑκάς τεο y dat. ἑκάς τῳ, de un antiguo ἑκάς τις ‘cada uno por su parte’, cf.
1. meestal sing.
a. elk, ieder:
b. in combinatie met andere woorden (elk) afzonderlijk,
2. plur. allen voor zich, elk (van twee of meer groepen):
-η, -ον (ϝέκαστος).
- 1
- a
Each: ἀνήρ Il. 2.805. Cf. Il. 2.164, 610, Il. 7.424, Il. 10.68, Il. 13.230, Il. 18.375, etc.: Od. 2.91, 384, Od. 9.60, 431, Od. 10.173, Od. 12.99, Od. 22.31, etc.
- b
In pl., each of the, all of the: ταῦτα (τὰ) ἕκαστα (all these things, these various things) Il. 1.550, Il. 10.432, Il. 11.706, Il. 23.95, φυλακτῆρες ἕκαστοι (each detachment) Il. 9.66, λαοὶ ἐπὶ νῆας ἕκαστοι ἐσκίδναντο (each to his ship) Il. 24.1. Cf. Od. 11.9, Od. 12.16, 151, 165, Od. 14.362, Od. 15.487.
- a
- 2
Absol.
- a
In sing., each, each one, each person or thing: ἑ. ἡγεμόνων Il. 4.428, ὤς κʼ ὀστέα παισὶν ἑ. οἴκαδʼ ἄγῃ Il. 7.334 (app. loosely expressed, and meaning that each dead man’s bones were to be taken to his children). Cf. Il. 1.607, Il. 5.470, Il. 9.203, Il. 14.507, Il. 23.350, etc.: δίδωσι ἑκάστῳ Od. 1.349. Cf. Od. 2.392, Od. 4.440, Od. 9.65, 245, Od. 10.392, etc.
- b
In pl., the whole number of specified or indicated persons or things.
- α
In masc. and fem.: εἴ κʼ ἄνδρα ἕκαστοι ἑλοίμεθα (each lot of ten) Il. 2.127, ἐπεὶ κόσμηθεν ἕκαστοι (each tribe) Il. 3.1. Cf. Il. 7.100, Il. 9.383, Il. 23.55: ἕκαστοι ἠφύσαμεν (each ship’s company) Od. 9.164, θάπτον ἕκαστοι (the relatives of each) Od. 24.417. Cf. Od. 9.220, Od. 13.76.
- β
In neut.: διασκοπιᾶσθαι ἕκαστα (all that could be spied out) Il. 10.388, ἕκαστʼ ἐπέτελλεν (gave full injunctions) Il. 23.107. Cf. Il. 19.332: ἵνα εἴπω ἕκαστα (give each his orders) Od. 3.361, πόσιν ἐρέεινεν ἕκαστα (all that she had in her mind) Od. 4.137, τελέοιέν χʼ ἕκαστα (all needful affairs) Od. 9.127, ἐρέω ἕκαστα (all that you need to know) Od. 10.292. Cf. Od. 4.119, Od. 8.259, Od. 12.25, 130, Od. 13.191, Od. 18.228, Od. 21.222, Od. 24.261, etc.
- γ
With the article: τὰ ἕκαστα ἐξερέουσιν (all they have to ask about) Od. 14.375.
- α
- a
- 3
- a
In sing. with pl. vb.: οἱ κακκείοντες ἔβαν ἕκαστος Il. 1.606. Cf. Il. 2.775, Il. 5.878, Il. 7.175, Il. 9.88, Il. 14.87, etc.: οὐδʼ ὑμεῖς ἐνὶ φρεσὶ θέσθε ἑκάστη (none of you did so) Od. 4.729, ἕκαστος ἐνείκατε Od. 8.392. Cf. Od. 2.252, Od. 8.324, Od. 10.397, Od. 11.542, Od. 22.57, etc.
- b
In sing. in apposition with pl. sb., etc.: Τρῶας τρόμος ὑπήλυθε ἕκαστον Il. 7.215 = Il. 20.44. Cf. Il. 5.195, Il. 10.473, Il. 11.11, Il. 14.151, Il. 15.109: πᾶσιν ἐπίστιόν ἐστιν ἑκάστῳ Od. 6.265.
Sim.: ὑμέτερον ἑκάστον θυμόν Il. 17.226.
- a
- 1each, every
- 1 adj.
- a τεκμαίρει χρῆμʼ ἕκαστον O. 6.74 ἄνευ δὲ θεοῦ, σεσιγαμένον οὐ σκαιότερον χρῆμʼ ἕκαστον O. 9.104 ἐν παισὶ νέοισι παῖς, ἐν ἀνδράσιν ἀνήρ, τρίτον ἐν παλαιτέροισι, μέρος ἕκαστον οἶον ἔχομεν βρότεον ἔθνος N. 3.73 ἀγαπατὰ δὲ καιροῦ μὴ πλαναθέντα πρὸς ἔργον ἕκαστον τῶν ἀρειόνων ἐρώτων ἐπικρατεῖν δύνασθαι N. 8.4 ἐφʼ ἑκάστῳ ἔργματι κεῖτο τέλος I. 1.26 θεοῦ δὲ δείξαντος ἀρχὰν ἕκαστον ἐν πρᾶγος fr. 108a. 2.
- b ἕκαστος τις. τὰ δʼ αὐτὸς ἀντιτύχῃ, ἔλπεταί τις ἕκαστος ἐξοχώτατα φάσθαι N. 4.92
- c ὡς ἕκαστος each respectively σε εἶδον, ἄφωνοι θʼ ὡς ἕκασται φίλτατον παρθενικαὶ πόσιν ἢ υἱὸν εὔχοντʼ, ὦ Τελεσίκρατες, ἔμμεν (others understand ὡς = ὅτι: v. l. ἕκαστα, ἑκάστᾳ, ἑκάστα) P. 9.98
- 2 subs. everyone, everything ἕπεται δʼ ἐν ἑκάστῳ μέτρον O. 13.47 ὦναξ, ἑκόντι δʼ εὔχομαι νόῳ κατά τιν ἁρμονίαν βλέπειν ἀμφʼ ἕκαστον ὅσα νέομαι in each step of my path Burton. P. 8.69 τῶν δʼ ἕκαστος ὀρούει, τυχών κεν ἁρπαλέαν σχέθοι φροντίδα τὰν πὰρ ποδός P. 10.61 σφετέραν δʼ αἰνεῖ δίκαν ἀνδρῶν ἕκαστος fr. 215. 1. in irregular apposition, φυᾷ δʼ ἕκαστος διαφέρομεν N. 7.54
Strong 1538
*
each, every (Lat.
(a) with a noun: Lk 6:44, Jo 19:23, seq. κατά, He 3:13, Re 22:2; εἷς ἕ., Eph 4:16;
(b) without a noun: Ac 4:35, Ro 2:6, al.;
(c) partit. gen., Ro 14:12, I Co 1:12, al.; in sing, with pl. verb, Lk 2:3, Ac 11:29, al.; in apposition with pl. noun or pron., Lk 2:3, Jo 16:32, Ac 2:8 3:26, al.; εἷς ἕ. (Lat.
- Ievery, every one, each, each one, Lat. quisque, Hom., etc.; the sg. is often joined with a pl. Verb, ἔβαν οἴκονδε ἕκαστος they went home every one of them, Il.; ἕκαστος ἐπίστασθε Xen.:—the sg. is also put in apposition with a pl. Noun, Τρῶας ἕκαστον ὑπήλυθε τρόμος (for Τρώων ἕκαστον) fear seized them every one, Il.
- IIin pl. all and each one, Hom.
- IIImore definitely, εἷς ἕκαστος, Lat. unusquisque, every single one, Hdt., etc.:— καθʼ ἕκαστον singly, by itself, Lat. singulatim, Plat., etc.
- 2ὡς ἕκαστοι each by himself, Hdt., etc.
-
…οὐ νομίζοντα, ἕτερα δὲ δαιμόνια καινά. τὸ μὲν δὴ ἔγκλημα τοιοῦτόν ἐστιν · τούτου δὲ τοῦ ἐγκλήματος ἓν ἕκαστον ἐξετάσωμεν. φησὶ γὰρ δὴ τοὺς νέους ἀδικεῖν με διαφθείροντα. ἐγὼ δέ γε, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ἀδικεῖν…
Plato, Apology
-
…, ὅταν δὲ χρῆσθαι, τὴν ὁπλιτικὴν καὶ τὴν μουσικήν ; ἀνάγκη. καὶ περὶ τἆλλα δὴ πάντα ἡ δικαιοσύνη ἑκάστου ἐν μὲν χρήσει ἄχρηστος, ἐν δὲ ἀχρηστίᾳ χρήσιμος ; κινδυνεύει. οὐκ ἂν οὖν, ὦ φίλε, πάνυ…
Plato, Republic
-
…συμφέρον εἰς αὐτὰ ταῦτα σκεψομένης τε καὶ ἐκποριούσης ἆρα καὶ ἐν αὐτῇ τῇ τέχνῃ ἔνι τις πονηρία, καὶ δεῖ ἑκάστῃ τέχνῃ ἄλλης τέχνης ἥτις αὐτῇ τὸ συμφέρον σκέψεται, καὶ τῇ σκοπουμένῃ ἑτέρας αὖ τοιαύτης, καὶ τοῦτʼ ἔστιν ἀπέραντον…
Plato, Republic
-
…Ἡρακλεώτου, καὶ ἀφικόμενος παρʼ αὐτόν, ὥσπερ παρὰ σὲ νῦν, ἀκούσειεν αὐτοῦ ταὐτὰ ταῦτα ἅπερ σοῦ, ὅτι ἑκάστης ἡμέρας συνὼν αὐτῷ βελτίων ἔσται καὶ ἐπιδώσει, εἰ αὐτὸν ἐπανέροιτο · τί δὴ φῂς βελτίω ἔσεσθαι καὶ εἰς τί…
Plato, Protagoras
-
…μοι δοκεῖ τοῦτο ἑκάστου πράγματος ἔργον εἶναι. εἶεν, ἦν δʼ ἐγώ. οὐκοῦν καὶ ἀρετὴ δοκεῖ σοι εἶναι ἑκάστῳ ᾧπερ καὶ ἔργον τι προστέτακται ; ἴωμεν δὲ ἐπὶ τὰ αὐτὰ πάλιν · ὀφθαλμῶν, φαμέν, ἔστι τι ἔργον…
Plato, Republic
-
…. τί δέ ; τὴν ἰατρικὴν μισθαρνητικήν, ἐὰν ἰώμενός τις μισθαρνῇ ; οὐκ ἔφη. οὐκοῦν τήν γε ὠφελίαν ἑκάστης τῆς τέχνης ἰδίαν ὡμολογήσαμεν εἶναι ; ἔστω, ἔφη. ἥντινα ἄρα ὠφελίαν κοινῇ ὠφελοῦνται πάντες οἱ δημιουργοί, δῆλον…
Plato, Republic
-
…μὴ παρὰ δόξαν ἀποκρίνου, ἵνα τι καὶ περαίνωμεν. ἀλλὰ τούτῳ, ἔφη, ἑτέρα. οὐκοῦν καὶ ὠφελίαν ἑκάστη τούτων ἰδίαν τινὰ ἡμῖν παρέχεται ἀλλʼ οὐ κοινήν, οἷον ἰατρικὴ μὲν ὑγίειαν, κυβερνητικὴ δὲ σωτηρίαν ἐν τῷ πλεῖν…
Plato, Republic
-
…μετὰ καλλίστης δόξης εἰς τὴν αὑτῶν ἀπελθόντες οἱ μὲν πάλιν ἐπαιδεύοντο, οἱ δὲ περὶ τῶν λοιπῶν ἐβουλεύοντο. καθʼ ἕκαστον μὲν οὖν οὐ ῥᾴδιον τὰ ὑπὸ πολλῶν κινδυνευθέντα ὑφʼ ἑνὸς ῥηθῆναι, οὐδὲ τὰ ἐν ἅπαντι τῷ χρόνῳ πραχθέντα ἐν…
Lysias, Speeches
-
…καὶ πείθεσθαι μέντοι τοῖς ἄρχουσιν δίκαιον φῂς εἶναι ; ἔγωγε. πότερον δὲ ἀναμάρτητοί εἰσιν οἱ ἄρχοντες ἐν ταῖς πόλεσιν ἑκάσταις ἢ οἷοί τι καὶ ἁμαρτεῖν ; πάντως που, ἔφη, οἷοί τι καὶ ἁμαρτεῖν. οὐκοῦν ἐπιχειροῦντες νόμους τιθέναι…
Plato, Republic
-
…τὸ ὑμέτερον, ἐπὶ τῶν τριάκοντα ἀπέκτεινε, μηνυτὴς κατʼ ἐκείνων γενόμενος. ποιήσας δὲ ταῦτα ἐμὲ μὲν ἰδίᾳ καὶ ἕκαστον τῶν προσηκόντων μεγάλα ἐζημίωσε, τὴν δὲ πόλιν κοινῇ πᾶσαν τοιούτων ἀνδρῶν ἀποστερήσας οὐ μικρά, ὡς ἐγὼ νομίζω ,…
Lysias, Speeches