ἕκαλος
ἕκᾱλος, Dor. for ἕκηλος, Pi. O. 9.58, I. 7(6).41.
ἕκαλος, v. ἕκηλος.
ἕκᾱλος
- 1undisturbed, peaceful pro adv. Ὀλύμπιος ἁγεμὼν θύγατρʼ Ὀπόεντος ἀναρπάσαις ἕκαλος μίχθη O. 9.58 ἕκαλος ἔπειμι γῆρας ἔς τε τὸν μόρσιμον αἰῶνα I. 7.41