ἑρπηδών
ἑρπηδών, a crawling
ἑρπηδών, όνος, ἡ,
- a crawling, Nic. Al. 418, ubi Sch. male ἑρπυδόνα.
ἑρπηδών, όνος (ἡ) reptile, Nic. Al. 418.
Étym. ἕρπω.
ἑρπηδών, όνος, ἡ, das Kriechen, Nic. Al. 418, v.l. Schol. ἑρπυδών.