ἕρπιλλα Save Bailly 2024 Pape ἕρπιλλα, ης (ἡ) c. ἑρπήλη, Numén. (Ath. 306c). Étym. ἕρπω. ἕρπιλλα, ἡ, = ἑρπήλη, Numen. bei Ath. 306c.