ἡπατηρός Save LSJ Pape ἡπᾰτ-ηρός, ά, όν, = ἡπατικός, δυσεντερία Steph. in Hp. 1.130 D., Paul.Aeg. 3.42. ἡπατηρός, = ἡπατικός, Medic.