ἰδυῖοι
ἰδυῖοι, Att. ἰδῦοι,
- = συνίστορες, μάρτυρες, Lex Solon. ap. Ar. Fr. 222, Paus.Gr. Fr. 151;= οἱ τὰς φονικὰς δίκας κρίνοντες, Hsch.; cf. βιδιαῖοι.
ἰδυῖοι ou ἰδῦοι, ων (οἱ) témoins, Sol. (Phot. vo ἰδύους); Ar. fr. 210 Bgk.