ἱδρωτοποιός
ἱδρωτοποιός, sudorific
ἱδρωτοποι-ός, όν,
- sudorific, Dsc. 3.68, Philum. ap. Aët. 9.12.
ἱδρωτοποιός, Schweiß treibend, Arist. a.a.O., Sp.
ἱδρωτοποιός, sudorific