ἰθύτονος
ἰθύ-τονος, ον,
- = ἰθυτενής, στάλικες AP 6.187 (Alph.; v.l. -τενῶν).
ἰθύ·τονος, ος, ον [ῑῠ] c. ἰθυτενής, Anth. 6, 187.
ἰθύτονος, = ἰθυτενής, στάλικες, Alc. Mit. ep. 2 (VI.187).
ἰθύτονος
ἰ_θύ-τονος, ον
= ἰθυτενής, Anth.