ἱκανοδοσία
ἱκανοδοσία, satisdatio
ἱκᾰνο-δοσία [ῐκ], ἡ,
- = Lat. satisdatio, Cod.Just. 2.12.27.2 (also in pl.), Just. Nov. 131.15 Intr.
ἱκανοδοσία, ἡ, Genugtuung, Sp.