ἰθύντατα
ἰθύν-τατα [ῑ], Adv., Sup. of ἰθύς (A) (q.v.).
ἰθύντατα, v. ἰθύς 2.
ἰθύντατα, Il. 18.508, als superl. zu ἰθύς.
ἰθύντατα
See ἰθύς1.
ἰθύντατα : see ἰθύς.
ἰθύντατα
adverb Sup. of ἰθύ: v. ἰθύς I. 2.