ἰσημερία
ἰσημερία, equinox
ἰσ-ημερία, ἡ,
- equinox, ἰ. ἐαρινή, μετοπωρινή, ὀπωρινή, Arist. Mete. 364b1, 2, 371b30; φθινοπωρινή Id. HA 570b14, etc.: in pl., Hp. Aër. 11, Pl. Ax. 370c, Porph. Antr. 24.
ἰσ·ημερία, ας (ἡ) [ῐ̄σ] équinoxe, Plat. Ax. 370b; Arstt. Meteor. 2, 6, 16 ; H.A. 6, 17, 5 ; etc.
Étym. ἴ. ἡμέρα.
ἰσημερία, ἡ, Tag- u. Nachtgleiche, Plat. Ax. 370b ; ἐαρινή, Frühlings-, Arist. H.A. 6.17, φθινοπωρινή, Herbst-, ib. 8.12 ; Sp.