Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἱεροόστεον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἱερόκτιτος
ἱερόλαμπρος
ἱερόλας
ἱερόληπτος
ἱερολογέω
ἱερολογία
ἱερολόγοι
ἱερολόγος
ἱερομαθής
ἱερομανία
ἱερόμαντις
ἱερομάρτυρες
ἱέρομας
ἱερομηνία
ἱερομήνια
ἱερομηνιακός
ἱερομνημονέω
ἱερομνημονικός
ἱερομνημοσύνη
ἱερομνήμων
ἱερομοσχοσφραγιστής
ἱερόμυρτος
ἱερομύστης
ἱερόν
Ἱερόν
ἱερονίκης
ἱερονομέω
ἱερονόμοι
ἱερονόμος
ἱερονουμηνία
ἱεροόστεον
ἱεροπαρέκτης
ἱερόπλαστα
ἱεροπλαστία
ἱερόπλοκος
ἱεροποιέω
ἱεροποίημα
ἱεροποιία
ἱεροποιΐα
ἱεροπόιον
ἱερόποιον
ἱεροποιός
ἱερόπολις
ἱεροπομπός
ἱερόπρακτος
ἱεροπρεπής
ἱεροπρεπῶς
ἱεροπρόσπολος
ἱερόπτης
ἱεροράβδος
ἱεροργίη
ἱερός
ἱεροσαλπιγκτής
ἱεροσαλπικτής
ἱεροσέβαστος
ἱεροσκοπέομαι
ἱεροσκοπέω
ἱεροσκοπία
ἰεροσκοπία
ἱεροσκόπος
Ἱεροσόλυμα
…
ἱεροόστεον
Save
LSJ
ἱερο-όστεον, τό,
=
ἱερὸν ὀστοῦν,
prob. in
PMag.Lond.
121.212.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}