ἱερομνημονικός
ἱερομνημονικός, of a ἱερομνήμων
ἱερο-μνημονικός, Dor. ἱερό-μνᾱμ-, ή, όν,
- of a ἱερομνήμων, ψᾶφος SIG 554.21 (Thermon, iii B.C.).
ἱερομνημονικός, of a ἱερομνήμων