ἱρόθυτος
ἱρόθυτος, of holy sacrifice
ἱρόθῠτος ?
- 1of holy sacrifice Ἀλαλά ᾇ θύεται ἄνδρες ὑπὲρ πόλιος τὸν ἱρόθυτον θάνατον (τὸν ἱρόθυτον θάνατον secl. Sternbach) fr. 78. 3.