Ἰσμηνός
Ἰσμηνός, Ismenus
Ἰσμηνός, οῦ (ὁ) l’Ismènos (auj. Isminós) fl. de Béotie, Pd. N. 9, 53 ; 11, 46 ; Eschl. Sept. 273, 378 ; Soph. Ant. 1124, etc.
Ἰσμηνός river flowing past Thebes: son of Ocean, brother of Melia.
- 1Ἰσμηνοῦ δʼ ἐπʼ ὄχθαισι N. 9.22 συμβαλεῖν μὰν εὐμαρὲς ἦν τό τε Πεισάνδρου πάλαι αἷμʼ ἀπὸ Σπάρτας, καὶ παρʼ Ἰσμηνοῦ ῥοᾶν κεκραμένον ἐκ Μελανίπποιο μάτρωος i. e. from Thebes N. 11.36 Ἰσμηνὸν ἢ χρυσαλάκατον Μελίαν ὑμνήσομεν fr. 29. 1.