ὀγδώκοντα
ὀγδώκοντα, ὀγδωκονταέτης, ὀγδωκοντούτης, v. ὀγδοήκοντα, ὀγδοηκοντούτης.
ὀγδώκοντα, v. ὀγδοήκοντα.
ὀγδώκοντα, zsgzn = ὀγδοήκοντα ; Il. 2.568, 652 ; Her. 1.163 ; so auch die Kompp.
ὀγδώκοντα
[ὀκτώ.]
Eighty Il. 2.568 = 652.
ὀγδώκοντα : eighty.