Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὀνειρωτικός
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὀνειρόπληξ
ὀνειροποιός
ὀνειροποιουμένη
ὀνειροπολέω
ὀνειροπόλημα
ὀνειροπόλησις
ὀνειροπολία
ὀνειροπολικόν
ὀνειροπολικός
ὀνειροπόλος
ὀνειροπομπεία
ὀνειροπομπέω
ὀνειροπομπία
ὀνειροπομπός
ὄνειρος
Ὄνειρος
ὀνειροσκοπικός
ὀνειροσκόπος
ὀνειρόσοφος
ὀνειροτόκος
ὀνειροφαντασία
ὀνειρόφαντος
ὀνειρόφοβος
ὀνειροφόβος
ὀνειρόφρων
ὀνειρωγμός
ὀνειρώδης
ὀνειρωκτικός
ὀνείρωξις
ὀνειρώσσω
ὀνειρωτικός
ὀνειρώττω
ὀνείων
ὀνεκρέμασεν
ὀνελάτης
ὀνέλαφος
ὀνέομαι
Ὀνέστης
ὄνευος
ὀνεύω
ὀνέω
ὀνή
ὄνηαρ
ὀνήγησις
ὀνηγός
ὀνήϊος
ὀνήϊστος
ὀνηλασία
ὀνηλάσιον
ὀνηλατέω
ὀνηλάτης
ὀνηλατικός
ὀνήλατος
ὀνημάξιον
ὀνήμενος
ὀνήμων
ὄνησα
Ὀνήσανδρος
ὀνήσει
ὀνησιδώρα
ὀνησίδωρος
…
ὀνειρωτικός
Save
Pape
ὀνειρωτικός
,
zum Träumen gehörig, Schol. Theocr
. 9.16.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}