ὀνειρόπληξ Save Bailly 2024 Pape ὀνειρό·πληξ, ηγος (ὁ, ἡ) agité par un rêve, Phil. 2, 43. Étym. ὄν. πλήσσω. ὀνειρόπληξ, ηγος, = ὀνειρόπληκτος, Philo, vgl. Lobeck Phryn. 611.