ὀρνίθεος Save Bailly 2024 Pape ὀρνίθεος, α, ον [ῑ, irrég. ῐ] c. le préc. 1, Arat. 274. ὀρνίθεος, = ὀρνίθειος, Arat. 274 [wo ι kurz].