ὀρνεοσκοπέω Save LSJ Pape ὀρνεο-σκοπέω, = ὀρνιθοσκοπέομαι, Hdn. [Philet.] p.465 P., Dosith. p.430 K. ὀρνεοσκοπέω, = ὀρνιθοσκοπέω, Sp.