ὀρνεοτρόφος
ὀρνεο-τρόφος, ον,
- = ὀρνιθοτρόφος, Cat.Cod.Astr. 1.166, BGU 725.7 (615 A.D.).
ὀρνεο·τρόφος, ος, ον, c. ὀρνιθοτρόφος, Chrys. 10, 998b.
ὀρνεοτρόφος, = ὀρνιθοτρόφος (?).