ὀρώρει Save Grieks Nederlands Cunliffe Homer Autenrieth Homer ὀρώρει indic. plqperf. 3 sing. van ὄρνυμι en ὄρομαι. ὀρώρει 1, 3 sing. plupf. ὄρνυμι.ὀρώρει 2, 3 sing. plupf. ὄρομαι. ὀρώρει : see (1) ὄρνῡμι.—(2) ὄρομαι.