Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὀψοτράγος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὀψοθήκη
ὀψολογία
ὀψολόγιον
ὀψολόγος
ὄψομαι
ὀψομανής
ὀψομανία
ὄψον
ὀψονομέω
ὀψονόμος
ὀψοπλύνια
ὀψοποιεῖον
ὀψοποιέομαι
ὀψοποιέω
ὀψοποίημα
ὀψοποιητική
ὀψοποιητικός
ὀψοποιία
ὀψοποιΐα
ὀψοποιικός
ὀψοποιϊκός
ὀψοποιός
ὀψοποΐς
ὀψοπόνος
ὀψοπωλεῖον
ὀψοπώλης
ὀψοπωλία
ὀψοπώλιον
ὀψόπωλις
ὄψος
ὀψοτράγος
ὀψοφαγέω
ὀψοφαγία
ὀψοφαγίστατος
ὀψοφάγος
ὀψόφαγρος
ὀψοφιλία
ὀψοφόρος
ὀψών
ὀψῶνα
ὀψωνάτωρ
ὀψωνέω
ὀψώνης
ὀψωνητής
ὀψωνητική
ὀψωνητικός
ὀψωνία
ὀψωνιάζω
ὀψωνιασμός
ὀψωνιαστής
ὀψωνίζομαι
ὀψωνιοδόκος
ὀψώνιον
ὀψωνιοπώλης
ὀψωνισμός
π
Π
Π, π
πʹ
πᾷ
πα
…
ὀψοτράγος
Save
LSJ
ὀψοτράγος [ᾰ], ὁ,
= ὀψοφάγος, dub. in
Cerc.
6.13.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}