About Report a problem

Menu

ὁπλομαχικός

ὁπλομαχικός, of or for ὁπλομαχία

ὁπλο-μᾰχικός, ή, όν,
  • of or for ὁπλομαχία, ἀγῶνες D.C. 59.14; κινήσεις Gal. 6.153; -κός, ὁ, ibid.; -κόν, τό, title of work by Democr., Fr. 280.

Saved

Recent