About Report a problem

Menu

ὁπλοκαθαρσία

ὁπλο-κᾰθαρσία, ἡ, and ὁπλοκαθάρσιον (sc. ἱερόν), τό, = foreg. [ὁπλοκαθαρμός], Gloss.

Saved

Recent