ὁποιότης Save Bailly 2024 Pape ὁποιότης, ητος (ἡ) la qualité, t. de philos. Nicom. Étym. ὁποῖος. ὁποιότης, ητος, ἡ, die Qualität, Nicom. arithm. 2.20, wo Ast ποιότης herstellt.