ὑδροσέλινον Save LSJ Bailly 2024 ὑδρο-σέλῑνον, τό, = ἑλειοσέλινον, Ps.-Dsc. 3.64. ὑδρο·σέλινον, ου (τὸ) [ῑ] c. ἑλειοσέλινον, Diosc. 3, 75.