ὑδρόρροια
ὑδρόρροια, water conduit, spout
ὑδρό-ρροια, ἡ, = foreg. [ὑδρορρόα] I, Plb. 4.57.8.
ὑδρό·ρροια, ας (ἡ) c. ὑδρορρόα, Pol. 4, 57, 8.
ὑδρόρροια, ἡ, = ὑδρορρόα ; Lobeck Phryn. p. 492 ; Pol. 4.57.8.
ὑδρόρροια, water conduit, spout