ὑδρορρόος
ὑδρο-ρρόος, ὁ, (ῥέω)
- = ὑδρορρόα I, Alciphr. 3.47, Hsch. s.v. ὑδροφόρους.
ὑδρο·ρρόος, ου (ὁ) c. les préc. Alciphr. 3, 47 dout.
ὑδρορρόος, ὁ, = ὑδρορρόα, Alciphr. 3.47.