ὑδροφορικός
ὑδροφορικός, for carrying water
ὑδροφορ-ικός, ή, όν,
- for carrying water, ἀγγεῖον Suid. s.v. κρωσσός. Adv. -κῶς like a water-carrier, κινεῖσθαι Alex.Aphr. in Top. 440.4.