ὑδρωπιώδης
ὑδρωπιώδης, like dropsy, dropsical
ὑδρωπ-ιώδης, ες,
- like dropsy, dropsical, Hp. Coac. 444, al.; τὸ ὑ. dropsy, ib. 298, 417:—also ὑδρωπ-οειδής, ές, Id. Int. 12, al.; but τὰ ὑ, simply watery discharges, Id. Mul. 1.30.
ὑδρωπιώδης, ης, ες, c. le suiv. Hpc. Coac. 190, 191 ; τὸ ὑδρωπιῶδες, Hpc. 167g, 185h, hydropisie.
Étym. ὑδρωπία, -ωδης.
ὑδρωπιώδης, ες, = ὑδρωποειδής, Hippocr., l.d.