ὑδρωπισμός Save LSJ Bailly 2024 ὑδρωπ-ισμός, ὁ, = ὑδρωπίασις, Asclep. ap. Cael.Aur. CP i.14. ὑδρωπισμός, οῦ (ὁ) c. ὑδρωπία, C. Aur. M. acut. 1, 14.