ὑπίστημι Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape ὑπίστημι, Ion. for ὑφίστημι. ὑπ·ίστημι, v. ὑφίστημι. ὑπίστημι Ion. voor ὑφίστημι. ὑπίστημι, ion. = ὑφίστημι.