ὑπηῷος Save LSJ Bailly 2024 Pape ὑπηῷος, η, ον, (ἠώς) = ὑπηοῖος, A.R. 4.841, Q.S. 4.111, etc. ὑπ·ηῷος, ῴα, ῷον, c. ὑπηοῖος, A. Rh. 4, 841 ; Orph. Arg. 656 ; Q. Sm. 4, 111, etc. ὑπηῷος, = ὑπηοῖος, Qu.Sm. 4.111.