ὑπερεξηκοντέτης
ὑπερεξηκοντέτης, above sixty years old
ὑπερεξηκοντέτης, ες,
- above sixty years old, Ar. Ec. 982.
ὑπερ·εξηκοντέτης, ης, ες, plus que sexagénaire, Ar. Eccl. 982.
ὑπερεξηκοντέτης, ες, übersechzigjährig, Ar. Eccl. 982.