Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὑποφύομαι
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὑπόφλοισβος
ὑποφοβέομαι
ὑπόφοβος
ὑποφοινίζω
ὑποφοινικίζω
ὑποφοίνιος
ὑποφοινίσσομαι
ὑποφοινίσσω
ὑποφόνια
ὑποφόνιος
ὑπόφονος
ὑποφορά
ὑποφορέω
ὑπόφορος
ὑποφραδμοσύνη
ὑποφράζομαι
ὑποφράσσω
ὑποφράττω
ὑπόφρικος
ὑποφρίσσω
ὑποφρίττω
ὕποφρον
ὑποφρύγιος
ὑποφρυγιστί
ὑποφυγή
ὑποφυλακέω
ὑποφυλακία
ὑπόφυλαξ
ὑποφυλάσσω
ὑποφυλλίς
ὑποφύομαι
ὑποφυράω
ὑποφυσάω
ὑπόφυσις
ὑποφυτεύω
ὑποφύω
ὑποφώγω
ὑποφωλεύω
ὑποφωλέω
ὑποφωνέω
ὑποφώνησις
ὑποφώσκω
ὑποφωτίζω
ὑποχάζομαι
ὑποχαίνω
ὑποχαίρω
ὑποχαλαρός
ὑποχάλαρος
ὑποχάλασις
ὑποχαλάω
ὑποχαλεπαίνω
ὑποχαλινίδιος
ὑποχαλκίζω
ὑπόχαλκος
ὑποχαλκόω
ὑποχαράσσω
ὑποχαράττω
ὑποχαροπός
ὑποχάρτωσις
ὑποχάσκω
ὑπόχαυνος
…
ὑποφύομαι
Save
Pape
ὑποφύομαι
, (φύω),
von unten auf- oder nachwachsen
, Arist.
H.A
. 2.2, 8.24.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}