Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὑποφοινικίζω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὑποφητεία
ὑποφητεύω
ὑποφήτης
ὑποφητικός
ὑποφῆτις
ὑποφήτωρ
ὑποφθαδόν
ὑποφθάλμιος
ὑποφθάνω
ὑποφθέγγομαι
ὑποφθείρω
ὑποφθίνω
ὑποφθονέω
ὑπόφθονος
ὑποφθόνως
ὑποφθορά
ὑποφθορεύς
ὑποφθόριος
ὑποφιάλιον
ὑποφιλέω
ὑπόφιμος
ὑποφλεγέθω
ὑποφλεγμαίνω
ὑποφλεγματίζω
ὑποφλεγματώδης
ὑποφλέγω
ὑπόφλοισβος
ὑποφοβέομαι
ὑπόφοβος
ὑποφοινίζω
ὑποφοινικίζω
ὑποφοίνιος
ὑποφοινίσσομαι
ὑποφοινίσσω
ὑποφόνια
ὑποφόνιος
ὑπόφονος
ὑποφορά
ὑποφορέω
ὑπόφορος
ὑποφραδμοσύνη
ὑποφράζομαι
ὑποφράσσω
ὑποφράττω
ὑπόφρικος
ὑποφρίσσω
ὑποφρίττω
ὕποφρον
ὑποφρύγιος
ὑποφρυγιστί
ὑποφυγή
ὑποφυλακέω
ὑποφυλακία
ὑπόφυλαξ
ὑποφυλάσσω
ὑποφυλλίς
ὑποφύομαι
ὑποφυράω
ὑποφυσάω
ὑπόφυσις
ὑποφυτεύω
…
ὑποφοινικίζω
Save
Pape
ὑποφοινικίζω
, [νῑ],
ein wenig dunkel-, purpurrot aussehen
, zw.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}