ᾠοτοκεύς Save ᾠοτοκεύς, egg-laying LSJ Bailly 2024 ᾠοτοκ-εύς, έως, ὁ, poet. for ᾠοτόκος, Opp. H. 1.750. ᾠο·τοκεύς, έως (ὁ) c. ᾠοτόκος, Opp. H. 1, 750.