ὦπα
ὦπα
τό
[ὀπ-. See ὁράω.]
(Cf. βλοσυρῶπις, βοῶπις, γλαυκῶπις, εἰσωπός, ἑλίκωψ, ἐνῶπα, ἐνώπια, εὐῶπις, κυανῶπις, κυνώπης, κυνῶπις, μέτωπον, πρόσωπον, στεινωπός, ὑπώπια.)
The eye (always with εἰς) : θεῇς εἰς ὦπα ἔοικεν (looking at her in the eye, to view) Il. 3.158, ἔμοιγε εἰς ὦπα ἰδέσθαι (to look me in the eye) Il. 9.373, ἐπὴν Διὸς εἰς ὦπα ἴδησθε Il. 15.147. Cf. Od. 1.411, Od. 22.405, Od. 23.107.