ῥητήρ
ῥητήρ, a speaker
ῥητήρ, ῆρος, ὁ, (ἐρω)
- = ῥήτωρ, speaker, μύθων τε ῥητῆρʼ ἔμεναι πρηκτῆρά τε ἔργων Il. 9.443, cf. Hippon. 63 (s.v.l.), AP 7.579 (Leont.), IG 3.625, Milet. 1(9).341.
ῥητήρ, ῆρος (ὁ) celui qui parle, qui dit, gén. Il. 9, 433 ; Anth. 7, 579, etc.
Étym. εἴρω 2, cf. ῥήτωρ.
ῥητήρ, ῆρος, ὁ, der Redner, Sprecher ; μύθων τε ῥητῆρʼ ἔμεναι πρηκτῆρά τε ἔργων, Il. 9.443 ; sp.D., Leont. 18, 19 (VII.579, 573), Ep.adesp. 102 (Plan. 318).
ῥητήρ
-ῆρος, ὁ
[ῥη-, εἴρω2.]
A speaker : μύθων ῥητῆρα Il. 9.443.
ῥητήρ , ῆρος (root ϝερ, εἴρω 1): speaker, Il. 9.443†.
ῥητήρ, ῆρος, ὁ,
*ῥέω, ἐρῶ
- a speaker, Il.