ῥοδαλός Save LSJ Bailly 2024 Pape ῥοδ-ᾰλός, ή, όν, = ῥόδινος, παρειαί Opp. C. 1.501. ῥοδαλός, ή, όν [ᾰ] c. ῥόδινος, Opp. C. 1, 501 dout. ῥοδαλός, = ῥόδινος, Opp. Cyn. 1.501, zw.