ῥωσκομένως
ῥωσκομένως, strongly
ῥωσκομένως, Adv. pres. part., as if from a Verb ῥώσκομαι
- = ῥώννυμαι, strongly, Hp. Cord. 1.
ῥωσκομένως, adv. avec force, avec vigueur, Hpc. 268, 23.
Étym. *ῥώσκομαι ; cf. ῥώννυμαι.