Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δέδωκα
Bailly 2024
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
δεδμήμεσθα
δεδμήμην
δεδμήσομαι
δέδμητο
δέδογμαι
δέδοικα
δεδοικότως
δεδοίκω
δεδόκημαι
δεδοκημένος
δεδοκιμασμένως
δέδοκται
δεδολιευμένως
δέδομαι
δεδομένος
δεδοξασμένως
δέδορκα
δέδορκε
δέδοται
δεδουπότος
δεδουπώς
δεδραγμένος
δεδράμηκα
δεδρίομεν
δεδροικώς
δέδρομα
δέδυκα
δέδυκε
δεδυκεῖν
δεδύνημαι
δέδωκα
δεδώνατον
δεδώνη
δεείλη
δέελος
δεήλαδες
δέημα
δέημος
Δεηρά
δεησίδιον
δέησις
δεήσω
δεητέον
δεητήριος
δεητικός
δεητός
δεῖ
Δεῖα
δεία
δειαμένω
δείασθεν
Δειγαία
δεῖγμα
δειγματίζω
δειγματισμός
δειγματοάρτης
δειγματοκαταγωγεύς
δειγματοκαταγωγία
δειγματοκαταγωγός
δείδαρος
Δειδᾶς
…
δέδωκα
Save
Bailly 2024
Grieks Nederlands
δέδωκα,
v.
δίδωμι
.
δέδωκα
indic. perf. act.
van
δίδωμι.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}