Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Λυδηΐς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λυγκεύς
Λυγκεύς
Λυγκησταί
Λυγκηστής
λυγκίδιον
λυγκικός
λυγκίον
Λύγκος
λυγκούριον
λυγμόδης
λυγμός
λυγμώδης
λύγξ
λυγόδεσμος
λυγοειδής
λυγοπλόκος
λύγος
Λύγος
λυγοτευχής
λυγόφως
λυγόω
λυγροπαθής
λυγρός
λυγρώδης
λυγρῶς
λυγώδης
Λύδα
Λύδδα
Λύδη
Λυδή
Λυδηΐς
Λυδηίς
Λυδία
λυδία
Λυδιάδας
λυδιάζω
Λυδιακά
Λυδιακός
Λυδίας
λυδιεργής
Λυδίζω
λυδίζω
Λυδίη
Λυδικός
Λύδιος
Λυδιστί
λυδιστί
λυδίων
Λυδοπαθής
λυδοπαθής
Λυδός
λυδός
λύζω
λύη
λυήεις
λυθάζω
λύθεν
λυθίγραμμος
Λυθίμνας
λύθιος
λυθίραμμος
…
Λυδηΐς
Save
Bailly 2024
Λυδηΐς,
ΐδος
[
ῡῐδ
]
adj. f.
Lydienne,
Hermés.
(
Ath.
598
a
).
Étym.
Λυδός
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}