λυγμώδης Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape λυγμ-ώδης, ες, = λυγγώδης, Hp. Art. 86. λυγμώδης, ης, ες, qui sanglote, Hpc. 400, 44 ; Diocl. Ep. ad Ant. 3. Étym. λυγμός, -ωδης. λυγμώδης -ες [λυγμός] gepaard met hik. λυγμώδης, ες, = λυγγώδης, sp. Medic.