δεδάασθαι Save DGE Bailly 2024 Pape Cunliffe Homer δεδάασθαι v. δαῆναι. δεδάασθαι, δέδαε, δεδάηκα, δεδαημένος, v. *δάω. δεδάασθαι, s. *δάω. δεδάασθαι redup. aor. infin. mid. δάω.