δάω
- learn (also causal, teach, v. infr. II and cf. διδάσκω):
- I intr., aor. ἐδάην Il. 3.208, Trag. (in lyr.), A. Ag. 123, S. El. 169; subj. δαῶμεν Il. 2.299, Ep. δαείω 16.423, Od. 9.280; opt. δαείην A.R. 2.415; inf. δαῆναι Od. 4.493, IG 4.760 (Troezen), Ep. δαήμεναι Il. 21.487; part. δαείς Sol. 13.50, A. Ch. 603, Pi. O. 7.91 (for aor. δέδαον, ἔδαον, v. infr. II): fut. δαήσομαι Od. 3.187: pf. δεδάηκα 8.134, 146, part. δεδαώς 17.519; also δεδάημαι h.Merc. 483, Theoc. 8.4, etc.:—learn, and in pf., know, ll.cc.: c. gen. pers., ἐμεῦ δαήσεαι wilt learn from me, Od. 19.325: c. gen. rei, πολέμοιο δαήμεναι Il. 21.487; Ἄρεος εὖ δεδαῶτες D.P. 1004; σοφίης δεδαημένος Epic. Oxy. 1015.20: c. acc. rei, φάρμακα Theoc. 28.19; ἄξια Μοισᾶν IG 3.771; ἀλεξητήρια νούσων ib. 9(1).881 (Corc.); ἄκεσμα νόσου ib. 14.1750; ἔργα Ἀθηναίης ib. 12(5).30 (Sicinus); perceive, ἐδάη ψυχάς B. 5.64; δάεν ῥιπὰν μελιαδέος οἴνου felt the impulse of . ., Pi. Fr. 166: abs., δαέντι to one who knows, Id. O. 7.53.—Hom. has also inf. δεδάασθαι (perh. for δεδαέσθαι) search out, c. acc., Od. 16.316.—The pres. in this sense is supplied by διδάσκομαι.
- II causal, teach, Hom. only in redupl. aor. 2 δέδαε he taught, c. dupl. acc., ὃν Ἥφαιστος δέδαεν . . παντοίην τέχνην Od. 6.233, cf. 8.448, 23.160; ἔργα δʼ Ἀθηναίη δέδαε κλυτὰ ἐργάζεσθαι 20.72, cf. Theoc. 24.129 (v.l. ἔδαεν); 3 pl. δέδαον Hsch.; also δάε, ἔδαε, A.R. 1.724, 4.989.—The pres. in this sense is supplied by διδάσκω.
Homerische Formen :
1) mit aktivischer Bedeutung, = lehren : Aorist. 2. δέδαεν, Od. 6.233.
2) mit passivischer Bedeutung, lernen : Aorist. ἐδάην, Il. 3.208 ; konjunktiv. δαείω, Il. 10.425 ; δαῶμεν Il. 2.299 ; infin. δαῆναι, Od. 4.493 ; δαήμεναι, Il. 6.150. – Futur. δαήσεαι, Od. 3.187. – Perfect. δεδάηκας, Od. 8.146 ; δεδάηκε, Od. 8.134 ; δεδαηκότες Od. 2.61. – Perfect. δεδαώς, Od. 17.519. – Praes. δεδάασθαι, Od. 16.316.
Konstruktionen und Uebersetzungen wie bei den andern Verben des Lehrens und Lernens : = kennen lernen, erfahren, erforschen, wissen, usw.; εἴ τινʼ ἄεθλον οἶδέ τε καὶ δεδάηκε, Homerisch, παραλλήλως, Od. 8.134 ; δέδαεν τινά τι, Od. 6.233 ; δέδαε c. infin., Od. 20.72 ; δεδαὼς ἔκ τινος Od. 17.519 ; τινὸς δαήμεναι, Il. 21.487 ; τινὸς δαήσεαι Od. 19.325.
Nachhomerisch : ἔδαεν Theocr. 24.27 ; δάε Ap.Rh. 1.724, 3.529 ; δεδάασιν Callim. Ap. 46 ; δεδαῶτε δόλους Ap.Rh. 1.52 ; Ἄρεος εὖ δεδαῶτες Dion. P. 204 ; ἐδάη Aesch. Ag. 123 Soph. El. 169 ; δαείς Pind. Ol. 7.91 Aesch. Ch. 604 ; sp.D., πόλλʼ ἐδάη φάρμακα Theocr. 28.19 ; vgl. 17.81 ; δαήσονται Ap.Rh. 4.234 ; δεδαημένος, kundig, τινός Ap.Rh. 1.147 ; c. inf. Theocr. 8.4. – Daneben Homerische Formen : δεδάηκε Her. 2.165 ; ἐδάην Eur. Hec. 76.
2 sing. fut. in mid. form δαήσεαι Od. 3.187, Od. 19.325.
Aor. ἐδάην Il. 3.208: Od. 4.267.
Subj. δαείω Il. 10.425, Il. 16.423, Il. 21.61: Od. 9.280.
1 pl. δαῶμεν Il. 2.299.
Infin. δαήμεναι Il. 6.150, Il. 20.213, Il. 21.487: Od. 13.335, Od. 23.262. δαῆναι Od. 4.493.
2 sing. pf. δεδάηκας Od. 8.146, 3 δεδάηκε Od. 8.134.
Pple. δεδαώς Od. 17.519.
Pl. δεδαηκότες Od. 2.61.
3 sing. redup. aor. δέδαε Od. 6.233, Od. 8.448, Od. 20.72, Od. 23.160.
From this tense is formed infin. mid. δεδάασθαι (for δεδαέσθαι) Od. 16.316.
(προ-.)
- 1
To get to know, know, learn: ἀμφοτέρων φυήν Il. 3.208, πολέμοιο δαήμεναι (about war) Il. 21.487. Cf. Il. 6.150 = Il. 20.213: Od. 3.187, Od. 4.267, 493.
With dependent clause: ἢ . . . ἦε . . . Il. 2.299. Cf. Il. 16.423, Il. 21.61: πῶς ἐμεῦ δαήσεαι εἰ . . . ; (about me) Od. 19.325.
Absol.: ὄφρα δαείω Il. 10.425: Od. 9.280. Cf. Od. 13.335, Od. 23.262.
- 2
To acquire practical knowledge of or skill in.
In pf., to have such knowledge of or skill in: εἴ τινʼ ἄεθλον δεδάηκεν Od. 8.134. Cf. Od. 2.61, Od. 8.146, Od. 17.519.
- 3
In redup. aor., to teach (something): ἔργα δʼ Ἀθηναίη δέδαεν Od. 20.72.
With double acc. of person and thing: ὃν Ἥφαιστος δέδαεν τέχνην παντοίην Od. 6.233 = Od. 23.160. Cf. Od. 8.448.
In mid., to have oneself taught; hence, to get to know, acquire knowledge of: γυναῖκας δεδάασθαι, αἵ τε . . . καὶ αἳ . . . Od. 16.316.
- 1
- 1know δᾰέντι δὲ καὶ σοφία μείζων ἄδολος τελέθει O. 7.53 εὐθυπορεῖ, σάφα δᾰεὶς ἅ τε οἱ πατέρων ὀρθαὶ φρένες ἐξ ἀγαθῶν ἔχρεον O. 7.91 ἀνδροδάμαντα δʼ ἐπεὶ Φῆρες δᾰεν ῥιπὰν μελιαδέος οἴνου fr. 166. 1.
- an old Root, δα to learn, Lat. disco, which becomes Causal, to teach, Lat. doceo, in redupl. aor2 δέδαε and in διδάσκω:
- Ito learn, and in perf., to know; c. gen. pers. to learn from one, Od.; c. gen. rei, to hear tidings of a thing, Il. From δέδαα again is formed a pres. mid. inf. δεδάασθαι, to search out, c. acc., Od.—The pres. in this sense is διδάσκομαι.
- IICausal, in redupl. aor. 2 δέδαον, c. dupl. acc. to teach a person a thing, Od.; c. inf. to teach one to do a thing, Od.—The pres. in this sense is διδάσκω.
-
…Λυκίοισιν · αἰδὼς ὦ Λύκιοι · πόσε φεύγετε ; νῦν θοοὶ ἔστε. ἀντήσω γὰρ ἐγὼ τοῦδʼ ἀνέρος, ὄφρα δαείω ὅς τις ὅδε κρατέει καὶ δὴ κακὰ πολλὰ ἔοργε Τρῶας, ἐπεὶ πολλῶν τε καὶ ἐσθλῶν γούνατʼ ἔλυσεν. ἦ…
Homer, Iliad
-
…. ἀλλά μοι εἴφʼ ὅπῃ ἔσχες ἰὼν ἐυεργέα νῆα, ἤ που ἐπʼ ἐσχατιῆς, ἦ καὶ σχεδόν, ὄφρα δαείω. ὣς φάτο πειράζων, ἐμὲ δʼ οὐ λάθεν εἰδότα πολλά, ἀλλά μιν ἄψορρον προσέφην δολίοις ἐπέεσσι · νέα…
Homer, Odyssey
-
…μέσσον ἰὼν καὶ Ὀδυσσῆα προσέειπε · δεῦρʼ ἄγε καὶ σύ, ξεῖνε πάτερ, πείρησαι ἀέθλων, εἴ τινά που δεδάηκας · ἔοικε δέ σʼ ἴδμεν ἀέθλους · οὐ μὲν γὰρ μεῖζον κλέος ἀνέρος ὄφρα κʼ ἔῃσιν, ἤ ὅ τι…
Homer, Odyssey
-
…γὰρ ὁδὸν πρήσσουσιν ὁδῖται, τῶν οἳ μὲν κακὰ πολλὰ μεμαότες, οἳ δὲ μάλʼ ἐσθλὰ φοιτῶσιν · χαλεπὸν δὲ δαήμεναί ἐστιν ἕκαστον · αὐτὰρ ἐγὼ πρόπαν ἦμαρ ἐς ἠέλιον καταδύντα ἔσκαπτον περὶ γουνὸν ἀλωῆς οἰνοπέδοιο · παῖδα δʼ ἔδοξα ,…
NA, Homeric Hymns
-
…καὶ χορὸν ἱμερόεντα καὶ ἐς φιλοκυδέα κῶμον εὐφροσύνην νυκτός τε καὶ ἤματος. ὅς τις ἂν αὐτὴν τέχνῃ καὶ σοφίῃ δεδαημένος ἐξερεείνῃ, φθεγγομένη παντοῖα νόῳ χαρίεντα διδάσκει ῥεῖα συνηθείῃσιν ἀθυρομένη μαλακῇσιν, ἐργασίην φεύγουσα δυήπαθον · ὃς δέ κεν αὐτὴν…
NA, Homeric Hymns
-
…δέ μʼ αὐτίκʼ ἀμειβόμενος προσέειπεν · Ἀτρεΐδη, τί με ταῦτα διείρεαι ; οὐδέ τί σε χρὴ ἴδμεναι, οὐδὲ δαῆναι ἐμὸν νόον · οὐδέ σέ φημι δὴν ἄκλαυτον ἔσεσθαι, ἐπὴν ἐὺ πάντα πύθηαι. πολλοὶ μὲν γὰρ τῶν γε…
Homer, Odyssey
-
…οἵ τʼ ἐσάωθεν Ἀχαιῶν οἵ τʼ ἀπόλοντο. ὅσσα δʼ ἐνὶ μεγάροισι καθήμενος ἡμετέροισι πεύθομαι, ἣ θέμις ἐστί, δαήσεαι, οὐδέ σε κεύσω. εὖ μὲν Μυρμιδόνας φάσʼ ἐλθέμεν ἐγχεσιμώρους, οὓς ἄγʼ Ἀχιλλῆος μεγαθύμου φαίδιμος υἱός, εὖ…
Homer, Odyssey
-
…ἀπαμειβόμενος προσέφη ξανθὸς Μενέλαος · ναὶ δὴ ταῦτά γε πάντα, γύναι, κατὰ μοῖραν ἔειπες. ἤδη μὲν πολέων ἐδάην βουλήν τε νόον τε ἀνδρῶν ἡρώων, πολλὴν δʼ ἐπελήλυθα γαῖαν · ἀλλʼ οὔ πω τοιοῦτον ἐγὼν ἴδον ὀφθαλμοῖσιν ,…
Homer, Odyssey
-
…ἀλλὰ καὶ ἔμπης αἰσχρόν τοι δηρόν τε μένειν κενεόν τε νέεσθαι. τλῆτε φίλοι, καὶ μείνατʼ ἐπὶ χρόνον ὄφρα δαῶμεν ἢ ἐτεὸν Κάλχας μαντεύεται ἦε καὶ οὐκί. εὖ γὰρ δὴ τόδε ἴδμεν ἐνὶ φρεσίν, ἐστὲ δὲ πάντες μάρτυροι…
Homer, Iliad
-
…Ὀδυσσεὺς σεῦ ἕνεκʼ ἀγγελίης σὺν ἀρηϊφίλῳ Μενελάῳ · τοὺς δʼ ἐγὼ ἐξείνισσα καὶ ἐν μεγάροισι φίλησα, ἀμφοτέρων δὲ φυὴν ἐδάην καὶ μήδεα πυκνά. ἀλλʼ ὅτε δὴ Τρώεσσιν ἐν ἀγρομένοισιν ἔμιχθεν στάντων μὲν Μενέλαος ὑπείρεχεν εὐρέας ὤμους, ἄμφω δʼ…
Homer, Iliad