δυωδέκατος
δυωδέκατος, η, ον [ῠᾰ] c. δωδέκατος, Il. 1, 493 ; Od. 2, 374.
δυωδέκατος, s. δωδέκατος.
δυωδέκατος
-η
[δυώδεκα. Cf. δωδέκατος.]
- 1
The twelfth: ἠώς Il. 1.493 = Il. 24.31, Il. 21.81, Il. 24.413.
- 2
δυωδεκάτη
(sc. ἡμέρη), the twelfth day: δυωδεκάτῃ (on the twelfth day) Il. 21.46: ἑνδεκάτη τε δυωδεκάτη τε Od. 2.374, Od. 4.588.So τῇ δυωδεκάτῃ Il. 24.667.
- 1