δυωδεκάμηνος
δυωδεκάμηνος, twelve months old
δῠωδεκά-μηνος, δῠωδεκαταῖος, δῠωδέκατος, v. δωδ-.
δυωδεκά·μηνος, ος, ον [ῠᾰ] âgé de douze mois, Hés. O. 750.
Étym. δ. μήν.
δυωδεκάμηνος, p. = δωδεκάμηνος.
δυωδεκάμηνος
δυωδεκά-μηνος, ον
μήν
- twelve months old, Hes.